Πώς θα περιγράφαμε με απλές λαϊκές λέξεις τη σημερινή πολιτική προσπάθεια εξόδου από την κρίση;
«Όσοι έκλεψαν...έκλεψαν. Όσοι δεν έκλεψαν, πληρώνουν με το υστέρημά τους για τη βλακεία τους».
Σε μια πιο απλή μετάφραση: οι χαμένοι περισσεύουν κι αφού πρώτα πληρώσουν τα σπασμένα, πρέπει να εξοντωθούν.
Όχι φυσικά με όπλα, δεν είναι σικ στην εποχή μας, αλλά με συνεχή και ανελέητη οικονομική εξάντληση, που θα παραλύσει τις αντιστάσεις τους και θα τους υποχρεώσει σε αυτοχειρία ή βιολογική εξόντωση, ώστε με τον ένα ή τον άλλον τρόπο να αποτελέσουν παρελθόν και όχι απειλή για την άνομη και σάπια δυναστεία τους.
Αυτή η τακτική φαίνεται κομψή.
Αρέσει στους «σωτήρες» πολιτικούς, στους ευνοημένους, στα κανάλια και στους «καθώς πρέπει» βολεμένους ψηφοφόρους, που δήθεν αγανακτούν, αλλά με ευπρέπεια.
Δεν αρέσει όμως στους δυστυχισμένους, στους προορισμένους να αφανιστούν, που ψάχνουν μια σανίδα να αρπαχτούν πριν το κύμα τους στείλει στο βυθό, πριν γίνει ο έσχατος βρόγχος.
Εσείς τι λέτε;
Αυτοί που χαροπαλεύουν κοιτάζουν αν η σανίδα έχει επιγραφή νόμιμης, δήθεν, προέλευσης;
Αν το χέρι που θα απλωθεί έχει χαραγμένο τατουάζ τη Μέρκελ, το Σαμαρά, το Βενιζέλο, τον Τσίπρα ή το Μιχαλολιάκο;
Είδαν μπροστά τους κάτι μπράτσα με αγκυλωτούς σταυρούς και αρπάχτηκαν να σωθούν.
Δεν είχαν χρόνο για σκέψη.
Ύστερα έμαθαν ότι τους λένε Χρυσαυγίτες κι ότι είναι κλώνοι του Χίτλερ, αλλά από τι να τρομάξουν όταν αντικρίζουν κάθε μέρα τον πάτο του τάφου τους;
Ποιοι τον έσκαψαν; Ποιοι τους σπρώχνουν μέσα;
Δεν είναι οι εκλεγμένοι πολιτικοί προστάτες;
Δεν είναι εκείνοι που πέρασαν ένα λουρί στον καθένα και τώρα το σφίγγουν;
Δεν είναι αυτοί που τους πέταξαν στη θάλασσα για να καταμετρήσουν μετά τα πτώματα και να πενθήσουν στα κότερά τους;
Εκείνη την ώρα ο συνειρμός με τους ναζιστικούς βρικόλακες, λίγη σημασία έχει.
Οι Χρυσαυγίτες το ξέρουν και το εκμεταλλεύτηκαν.
Ποιον ανησύχησαν πιο πριν;
Ποια κυβέρνηση ανατρίχιασε με την ιδέα της ευθύνης της για την εκκόλαψη αυτού του εφιαλτικού αυγού;
Μήπως εξυπηρετούσε το σύστημά τους;
Μήπως ήταν το άλλοθι της συντήρησής τους κι ο «άσσος» του πολιτικού εκβιασμού τους προς το λαό και τους Ευρωπαίους συνομιλητές τους;
Για πόσες και πόσες υστερόβουλες σκέψεις, δεν θυσίασαν το εθνικό και κοινωνικό συμφέρον;
Και το μυαλό του πιο αδαή, μπορεί να κάνει αυτή τη σκέψη.
Αλλά ξαφνιάζεσαι όταν ακούς κάποιους επιτήδειους «απόντες» να θίγονται όταν η αλήθεια προσβάλλει τον καθωσπρεπισμό τους, όχι όμως την υποκρισία τους.
«Μα τόση αθωότητα στις μέρες μας κύριε Πρετεντέρη;...» αναρωτήθηκε ειρωνικά ο Δημήτρης Πουλικάκος, που με πέντε λέξεις ξεγύμνωσε τη μασκαράτα του πολιτικού συστήματος και των καναλιών.
Άραγε, πώς μπορείς να εκφραστείς για να πεις την αλήθεια, όταν μασουλάς τα αποφάγια του κάδου και ψάχνεις ένα απάγκιο του δρόμου να κοιμηθείς;
Με ευπρέπεια;
Ακόμα κι εσύ, που τρως από ένα πιάτο αλλά δεν είσαι αναίσθητος, πώς θα εκφραστείς;
Για τη Χρυσή Αυγή τα πράγματα είναι ξεκάθαρα.
Έχεις πλήρη ταυτότητα καταγωγής, φυσιογνωμίας, δράσης και στόχευσης.
Μπορείς ελεύθερα να μιλήσεις για ένα ναζιστικό καρκίνωμα που χώθηκε στα κύτταρα της Ελληνικής κοινωνίας, η οποία είχε ήδη παραλύσει από την ασφυξία και την ανομία του κράτους.
Δεν το συμψηφίζεις με τίποτα άλλο, αλλά αναζητάς τις αιτίες της ύπαρξής του.
Γι’ αυτό όμως το πολιτικό μόρφωμα που μας κυβερνά συνωμοτικά επί τριάντα χρόνια, τι μπορείς να πεις χωρίς να γίνεις στόχος επίθεσης των διαπλεκόμενων συμφερόντων;
Τι να πεις για κείνους που το εμπνεύστηκαν και το επέβαλαν με σχέδιο ληστρικής επιχείρησης;
Ο κοινός νους, λέει να πεις την ωμή αλήθεια κατάμουτρα, αιχμηρά και επιθετικά, μήπως σπάσει το απόστημα και χυθεί το πύον της μολυσμένης εξουσίας, όμως να ξέρεις ότι θα έρθεις αντιμέτωπος με τον «πονηρό» και πολυμήχανο νου, που φορά το μανδύα της ευπρέπειας, αλλά ζέχνει το περιεχόμενό του.
Έχουμε βαρεθεί να ακούμε τις υποκριτικές φωνές των πολιτικών κομμάτων να καταγγέλλουν τα συστατικά ενός φθαρμένου συστήματος, από τα οποία είναι και τα ίδια φτιαγμένα.
Έχουμε βαρεθεί να ακούμε και νεοσύστατα κόμματα, που, αφού ενσωματώνονται και πλασάρονται είτε δεξιά, είτε αριστερά, είτε ενδιάμεσα των παραδοσιακών κομμάτων, εμφανίζονται επαναστατικά, αλλά προστατεύουν τους κηφήνες, επαναλαμβάνοντας μια συρραφή από ευχολόγια και υποσχέσεις που ξεθάβουν από κλεμμένες κασέτες του παρελθόντος.
Η λύση είναι απλή, όσο κι η αλήθεια, αλλά όχι τόσο ευλύγιστη, για να κάμπτεται και να βολεύει τους επιβήτορες του λαού.
Ο λαός όμως, γιατί να τη θέλει ευλύγιστη; Τι περιμένει;
πηγή
Κώστας Σιμενός


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου