Είναι που συνειδητοποιείς σε τι ξένο κόσμο ζεις. Σε ένα κόσμο που ένας τσαρλατάνος
και μια θρασύτατη γιατρουδάκος μπορούν έτσι απλά να πουλήσουν ελπίδα σε δήθεν ξύπνιους και ψαγμένους.
Και αυτοί το χάβουν. Το καταπίνουν αμάσητο σαν τις βιταμίνες αγνώστου προελεύσεως που τους χρυσό πουλούσαν.
Είναι οι ίδιοι που κυκλοφορούν με ύφος εκατό καρδιναλίων και σου λένε ότι τα παιδιά τους διαβάζουν από τα 4 και κάνουν 100 δραστηριότητες για να προετοιμαστούν για τουλάχιστον υποτροφία στο Χάρβαρντ, ενώ οι μανάδες τους (που είναι αυτές που σου λένε για την τρομερή ευφυΐα του τετράχρονου)
πιστεύουν ότι ο κάθε τσαρλατάνος με το κόκκινο παντελονάκι, θα τις κάνει 10 χρόνια νεότερες και θα τις γλιτώσει από την κλιμακτήριο, τρέχοντας από μποτέ σε υαλουρονικό απελπισμένα. Είναι οι δήθεν επιφανείς επιχειρηματίες που σου πουλάνε business plans σαν άλλοι Elon Musk, ενώ ταυτόχρονα εμπιστεύονται τη ζωή τους σε τυχοδιώκτες.
Είναι αυτή η παράνοια στην οποία ζούμε και μέσα στην οποία ο νεοπλουτισμός, η δηθενιά και η αμορφωσιά συνδυάζονται σχεδόν χορογραφικά με μια κενότητα που όμοια της δεν έχει υπάρξει.
Και κάπου εκεί βρίσκεται το σοκ.
Στην τρομερή συνειδητοποίηση ότι η κοινωνία πλέον νοσεί και στην πλειοψηφία της αγνοεί όχι μόνο την βαθιά της νόσο, αλλά μάχεται κιόλας υπέρ της ανωτερότητας της. Μια ανωτερότητα πιο φούσκα και από τις big bubble που σκάγαμε αμέριμνοι εμείς των 90s, μια ανωτερότητα φτιαγμένη από πλαστελίνη που λιώνει και από μέσα βγαίνει σαπίλα, ψέμα και θα πρέπει και προβληματισμός.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ένας άνθρωπος που βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ιστορίας. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει τέτοιες ιστορίες να γεννιούνται, να μεγαλώνουν και τελικά να γίνονται κανονικότητα.
Είναι η αγορά της ελπίδας. Η βιομηχανία της ανασφάλειας. Το ατελείωτο εμπόριο φόβου, ματαιοδοξίας και ανάγκης για αποδοχή.
Έχουμε φτιάξει έναν κόσμο στον οποίο μπορείς να πουλήσεις σχεδόν τα πάντα, αρκεί να τα τυλίξεις αρκετά όμορφα. Μπορείς να πουλήσεις νεότητα, επιτυχία, ευτυχία, υγεία, πλούτο, κοινωνικό status, ακόμα και «αλήθεια». Δεν χρειάζεται πλέον να έχεις επιστημονική γνώση, πραγματική εμπειρία ή στοιχειώδη ευθύνη. Αρκεί να έχεις αυτοπεποίθηση, ένα καλό Instagram, μερικές φωτογραφίες με ακριβά αυτοκίνητα και ανθρώπους που σε αποκαλούν «γκουρού».
Και το χειρότερο είναι ότι δεν αγοράζουν μόνο οι αφελείς. Αγοράζουν άνθρωποι μορφωμένοι, άνθρωποι που κατά τα άλλα θεωρούν τον εαυτό τους απολύτως ορθολογικό. Γιατί η μόρφωση χωρίς κρίση δεν είναι απαραίτητα μόρφωση. Και η οικονομική επιτυχία χωρίς πνευματικά αντανακλαστικά δεν είναι απαραίτητα επιτυχία.
Ζούμε στην εποχή που η εικόνα έχει γίνει αποδεικτικό στοιχείο. Αν κάποιος μιλάει με αρκετή σιγουριά, φοράει το σωστό ρούχο, βρίσκεται στο σωστό τραπέζι και έχει αρκετούς followers, αυτομάτως θεωρείται ότι «κάτι ξέρει».
Η αυθεντία αντικαταστάθηκε από την προβολή της αυθεντίας. Και κάπως έτσι ο άνθρωπος που πραγματικά ξέρει, που θα σου πει «δεν γνωρίζω», «δεν γίνεται», «δεν υπάρχει εγγύηση», μοιάζει λιγότερο πειστικός από εκείνον που υπόσχεται τα πάντα.
Κι αυτό ίσως είναι το πιο επικίνδυνο κομμάτι της εποχής μας: δεν φοβόμαστε πια τόσο αυτούς που λένε ψέματα. Φοβόμαστε περισσότερο αυτούς που μας λένε την αλήθεια που δεν θέλουμε να ακούσουμε.
Γιατί η αλήθεια δεν είναι πάντα κολακευτική. Δεν υπόσχεται ότι θα γίνεις δέκα χρόνια νεότερος. Δεν υπόσχεται ότι το παιδί σου είναι ιδιοφυΐα. Δεν υπόσχεται ότι θα γίνεις εκατομμυριούχος σε έξι μήνες. Δεν υπόσχεται ότι υπάρχει ένας εύκολος δρόμος για όλα. Δεν σου χαϊδεύει τον εγωισμό. Και κυρίως, δεν σου λέει αυτό που θέλεις να ακούσεις.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο θλιβερό από όλα. Όχι ότι υπάρχουν απατεώνες, τσαρλατάνοι και άνθρωποι που εκμεταλλεύονται την απελπισία του άλλου. Αυτοί υπήρχαν πάντα. Το τρομακτικό είναι ότι σήμερα έχουν βρει ένα κοινό έτοιμο να τους χειροκροτήσει.
Ένα κοινό που έχει μπερδέψει την αυτοπεποίθηση με τη γνώση, το χρήμα με την αξία, την εικόνα με την ουσία και την κατανάλωση με την ευτυχία.
Και κάπως έτσι, μέσα σε αυτή τη συλλογική παραζάλη, η ανθρώπινη ζωή γίνεται άλλη μία συναλλαγή. Άλλη μία αγορά. Άλλη μία ευκαιρία για κάποιον να βγάλει χρήματα από τον φόβο, την ανασφάλεια, την αρρώστια, τη ματαιοδοξία ή την ανάγκη μας να πιστέψουμε ότι μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα.
Δεν μπορούμε
Και ίσως αυτή να είναι η μόνη πραγματική αλήθεια που έχουμε ξεχάσει.
Δεν είναι ο Μαζωνάκης λοιπόν. Δεν είναι καν η συγκεκριμένη ιστορία. Είναι η φουρνιά μας. Είναι η κοινωνία που παραδίδουμε στα παιδιά μας. Είναι το παράδειγμα που τους δίνουμε όταν τους μαθαίνουμε να θαυμάζουν τον άνθρωπο που φαίνεται και όχι εκείνον που αξίζει. Όταν τους μαθαίνουμε ότι επιτυχία είναι να σε βλέπουν και όχι να έχεις κάτι να πεις. Όταν τους μαθαίνουμε ότι σημασία έχει να είσαι «κάποιος», χωρίς ποτέ να τους εξηγούμε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
Και ίσως γι’ αυτό πονάει τόσο.
Γιατί πίσω από κάθε τέτοια ιστορία δεν βλέπεις μόνο έναν άνθρωπο. Βλέπεις έναν καθρέφτη.
Δεν είναι που έφυγε ο Μαζωνάκης τόσο ξαφνικά και άδικα. Δεν είναι που ήταν τόσο νέος άνθρωπος. Δεν είναι καν που ήταν διάσημος. Είναι ο τρόπος, η αδικία και η βαθιά σαπίλα που κρύβεται πίσω από αυτόν τον θάνατο και ακόμα περισσότερους εκεί έξω. Είναι που πέθανε γιατί κάποιοι ήθελαν απλώς να βγάλουν λεφτά. Και να μην χάσουν την πελατεία τους που δούλευαν επί χρόνια ψιλό γαζί. Είναι που συνειδητοποιείς ξανά και ξανά ότι η ανθρώπινη ζωή και τίποτα πλέον γύρω μας δεν αξίζει τίποτα παραπάνω από χρήματα
Και στον καθρέφτη αυτόν δεν μας αρέσει καθόλου αυτό που βλέπουμε.
Γιατί η σαπίλα δεν βρίσκεται κάπου μακριά. Δεν είναι μόνο στους άλλους. Δεν είναι μόνο στους «τσαρλατάνους». Είναι σε ένα ολόκληρο σύστημα αξιών που τους επιτρέπει να υπάρχουν, να πλουτίζουν, να επιβραβεύονται και να γίνονται πρότυπα.
Και μέχρι να αποφασίσουμε ότι δεν θα αγοράζουμε άλλο την ελπίδα από εκείνον που μας την πουλάει ακριβότερα, θα συνεχίσουμε να ζούμε μέσα στην ίδια φούσκα.

.jpg)
.png)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου